8 τρόποι να μάθουν τα παιδιά να ελέγχουν τα συναισθήματά τους

χρόνος διαβάσματος άρθρου: 8 λεπτά

«Καλά όλα αυτά που λες, αλλά πολύ φοβάμαι πως αν αφήσουμε τα παιδιά μας να εκφραστούν ελεύθερα, όπως προτείνεις, δεν θα μάθουν ποτέ να ελέγχουν τα συναισθήματά τους. Δεν πρέπει να λέμε και όχι μερικές φορές;»  Μελίνα Π.

Μητέρα και κόρη, μαζί!

Και βέβαια, χρειάζεται να λέμε ΟΧΙ κάποιες φορές!

Οι γονείς πρέπει να βάζουν όρια διαρκώς, κάθε μέρα. Αλλά λέμε ΟΧΙ στη συμπεριφορά, όχι στα συναισθήματα. Τα παιδιά δεν μπορούν να τρέχουν στο δρόμο, να πετάνε φαγητό το ένα στο άλλο ή να χτυπούν το μωρό. Έχουν όμως το δικαίωμα να νιώθουν και να εκφράζουν το θυμό, την απογοήτευση, τη ζήλια, τη λύπη τους.

Όλοι θέλουμε τα παιδιά μας να μάθουν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους. Στην τελική, τα συναισθήματα είναι αυτά που συνήθως μας βάζουν σε μπελάδες. Όμως, όρια στη συμπεριφορά δεν σημαίνει και όρια στο συναίσθημα. Αντιθέτως, όταν δεν «επιτρέπουμε» στο παιδί μας να θυμώσει, ουσιαστικά του το κάνουμε πιο δύσκολο να μάθει να ελέγχει το θυμό του.

Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε στ’ αλήθεια να εμποδίσουμε τα συναισθήματα. Το να πούμε στο παιδί μας να σταματήσει να κλαίει, δεν θα το κάνει να νιώσει λιγότερο αναστατωμένο. Θα του στείλει απλά το μήνυμα πως το να νιώθει λυπημένο, είναι κάτι που πρέπει να ντρέπεται ή κάτι τρομακτικό, οπότε θα μάθει σιγά σιγά να το κρύβει καλύτερα. Και δυστυχώς, όταν οι άνθρωποι καταπιέζουν το συναίσθημά τους, αυτό δεν εξαφανίζεται.

Απλά σταματάμε συνειδητά να έχουμε τον έλεγχό του. Οπότε βγαίνει προς τα έξω με μια άσχημη συμπεριφορά, που δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε.

Ένα παιδί, εκτός ελέγχου, είναι μια τρομακτική εικόνα. Τα παιδιά όμως δεν απορρυθμίζονται, επειδή επιτρέπουμε τα συναισθήματα. Τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, απορρυθμίζονται, όταν νιώθουν πως δεν τα καταλαβαίνουμε. Οπότε όταν ζητάμε από ένα παιδί να σταματήσει να θυμώνει, κατά βάση, το κάνουμε να θυμώνει περισσότερο.

Ένας άλλος λόγος που τα παιδιά απορρυθμίζονται συναισθηματικά είναι, όταν στέλνουμε το μήνυμα πως κάποιο συναίσθημα δεν επιτρέπεται να το νιώθουν. Οπότε προσπαθούν να το κρύψουν. Αυτό μπορεί να δουλέψει εκείνη τη στιγμή, αλλά προκαλεί στα παιδιά νευρικότητα και γκρίνια. Και στο τέλος, αυτά τα καταπιεσμένα συναισθήματα όταν θα βγουν στην επιφάνεια, είναι πιο εκρηκτικά και ακόμη περισσότερο… ανεξέλεγκτα.

Πώς μπορούμε λοιπόν να βοηθήσουμε ένα παιδί να μάθει να ρυθμίζει τα συναισθήματά του;

Ας δούμε πώς ΕΜΕΙΣ – οι γονείς – μπορούμε να το πετύχουμε.

1. Εμείς: Γινόμαστε το παράδειγμα!

Αυτό σημαίνει πως αντιστεκόμαστε στα δικά μας μικρά tantrums, όπως πχ οι φωνές. Στη θέση τους, επιλέγουμε μικρά time-out για να ηρεμήσουμε τον εαυτό μας. Οπότε, όταν νιώσουμε δυσφορία, την αναγνωρίζουμε και προσπαθούμε να παραμείνουμε, όσο γίνετε ψύχραιμοι. Στην τελική, τα παιδιά μαθαίνουν από το παράδειγμά μας. Όταν φωνάζουμε, μαθαίνουν να φωνάζουν. Όταν μιλάμε με σεβασμό, μαθαίνουν να μιλάνε με σεβασμό. Κάθε φορά που πετυχαίνουμε να μη φερόμαστε άσχημα, όταν είμαστε θυμωμένοι, ουσιαστικά μαθαίνουμε έμπρακτα στο παιδί μας πώς γίνεται αυτό.

Προσέξτε δεν λέω ότι πρέπει να καταπιέζετε τα συναισθήματά σας. Αυτό θα έκανε πιο δύσκολο τον έλεγχό τους. Αυτό που λέω είναι να μάθουμε να τα διαχειριζόμαστε με σεβασμό, με το να τα αναγνωρίζουμε και να τα αντέχουμε.

Ακούγεται δύσκολο; Μην ανησυχείτε! Οι περισσότεροι ακόμη προσπαθούμε να το πετύχουμε. Είναι, θα λέγαμε, κάτι που θα το δουλεύουμε όλη μας τη ζωή, κάνοντας σιγά σιγά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

2. Εμείς: Βάζουμε προτεραιότητα μία βαθιά, φροντιστική σύνδεση.

Τα μωρά όταν κλαίνε, ηρεμούν στην αγκαλιά των γονιών τους. Η ανακούφιση δηλαδή τους προσφέρεται από κάποιον άλλον – το φροντιστή τους. Και σιγά σιγά μαθαίνουν να τη βρίσκουν και μόνα τους. Όμως και τα μεγαλύτερα παιδιά έχουν την ανάγκη να νιώσουν συνδεδεμένα με εμάς, γιατί μερικές φορές δεν μπορούν αλλιώς να ρυθμιστούν.

Όταν λοιπόν παρατηρούμε πως το παιδί μας απορρυθμίζεται, το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούμε να κάνουμε (αφού ηρεμήσουμε τον εαυτό μας) είναι να προσπαθήσουμε να συνδεθούμε μαζί του. Όταν τα παιδιά νιώθουν πως είμαστε με το μέρος τους, θέλουν να συνεργαστούν, ακόμη κι αν χρειάζεται να τους πούμε όχι.

3. Εμείς: Αποδεχόμαστε τα συναισθήματα του παιδιού, ακόμη κι αν είναι άβολα.

«Αχ καλό μου, το ξέρω πως απογοητεύτηκες… Λυπάμαι που τα πράγματα δεν πήγαν, όπως θα τα ήθελες». Όταν η ενσυναίσθηση γίνεται τρόπος απάντησης, το παιδί μας νιώθει πως το καταλαβαίνουμε, οπότε δεν χρειάζεται να κλιμακώσει τη συμπεριφορά του. Μαθαίνουν πως όταν νιώθουν δυσφορία, αυτό δεν είναι επικίνδυνο, οπότε αποδέχονται αυτά τα συναισθήματα και τα επεξεργάζονται, αντί να τα καταπιέζουν. Η υποστήριξή μας το βοηθάει να μάθει να ζει με τα δυσφορικά συναισθήματα και να καταλάβει πως αυτά έρχονται και φεύγουν και η ζωή συνεχίζεται. Οπότε έτσι αναπτύσσει ψυχική ανθεκτικότητα.

4. Εμείς: Το κάνουμε εύκολο να μιλάμε για τα συναισθήματα.

Οι έρευνες δείχνουν πως τα παιδιά αναπτύσσουν συναισθηματική νοημοσύνη, όταν μιλάμε για τα συναισθήματά μας, τα αναγνωρίζουμε, και αναρωτιόμαστε φωναχτά για το πώς μπορεί να νιώθουν οι άλλοι γύρω μας: « Ω αυτό το μικρό αγοράκι στο καρότσι κλαίει… Αναρωτιέμαι τι συμβαίνει; Τι πιστεύεις πως μπορεί να χρειάζεται;»

Είναι σημαντικό να μάθουμε στα παιδιά μας να λεκτικοποιούν τα συναισθήματα! Γιατί, έτσι μπορούν να τα αναγνωρίσουν και στον εαυτό τους αλλά και στους άλλους.

5. Εμείς: Περιορίζουμε τις πράξεις του παιδιού, όταν πρέπει.

Ο στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα ασφαλές περιβάλλον να εκφράσει το παιδί τα συναισθήματά του. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως του επιτρέπουμε να χτυπάει ή να σπάει πράγματα.

Ξέρουμε πως τα παιδιά δεν είναι ικανά ακόμη να παίρνουν όλες τις αποφάσεις για τη ζωή τους, ακόμη κι όταν σκέφτονται σωστά. Όταν όμως είναι θυμωμένα, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει πως κάνουν και λένε πράγματα που μετά θα μετανιώσουν (το ίδιο δεν κάνουμε κι εμείς στην τελική;)

Απλά, απομακρυνόμαστε, αν το παιδί προσπαθεί να μας χτυπήσει. Εάν χρειαστεί, θα του πιάσουμε τα χέρια για να το εμποδίσουμε. Και θυμηθείτε. Η οργή πρέπει να ακουστεί αλλιώς θα κλιμακώσει. Εάν αναγνωρίσετε το θυμό του παιδιού σας και με ενσυναίσθηση δείξετε πως το καταλαβαίνετε, συνήθως δεν θα χρειαστεί να δείξουν πόσο θυμωμένα είναι με το να προσπαθήσουν να σας χτυπήσουν.

6. Εμείς: Γινόμαστε πρότυπα επανόρθωσης και φροντίδας.

Το θυμωμένο παιδί σας δεν είναι ένας κακός άνθρωπος αλλά ένας πληγωμένος, μικρός άνθρωπος. Όταν τα παιδιά δεν ελέγχουν τα συναισθήματά τους, αυτό συμβαίνει, γιατί δεν μπορούν, εκείνη τη στιγμή. Και σίγουρα αυτή δεν είναι η ώρα να τους μάθετε να μην είναι αγενή. Εάν μπορείτε να μείνετε συμπονετικοί, το παιδί σας θα νιώσει ασφαλές να κλάψει και να εκφράσει τους φόβους που το κάνουν να θυμώνει.

Μετά, όταν θα έχει ηρεμήσει, πάντα βοηθάει μία συζήτηση σχετική με το τι συνέβη – όχι για να το επικρίνετε ή να του κάνετε μάθημα, αλλά για να το συναισθανθείτε και να συνδεθείτε μαζί του. «Θυμώσαμε όλοι και αρχίσαμε να φωνάζουμε ο ένας στον άλλον. Αλλά αυτό δεν είναι ωραίο να μας συμβαίνει! Συγνώμη που έχασα την ψυχραιμία μου. Ξέρω πως και εσύ αναστατώθηκες πολύ για να πεις/ κάνεις αυτά τα πράγματα. Είμαι έτοιμη να ακούσω τώρα τι σε έκανε να θυμώσεις τόσο πολύ».

Εδώ να πούμε και στο παιδί μας ότι δεν θέλουμε να μας μιλάει άσχημα ή ότι αυτό που έκανε μας θύμωσε; Και βέβαια!

Αλλά αυτό θα μπορεί να το ακούσει, πρώτα, όταν νιώσει πως το έχουμε καταλάβει «Τώρα, καταλαβαίνω γιατί ήσουν τόσο αναστατωμένος πριν και μου φώναξες. Ξέρεις όμως πως δεν χρειάζεται να μου φωνάζεις για να έχεις την προσοχή μου. Πάντα θα σε ακούω και θα προσπαθώ να βοηθήσω».

Από αυτή τη θέση της αμοιβαίας κατανόησης, το παιδί μας θα μάθει να ζητάει συγνώμη και θα έχει περισσότερα κίνητρα στο μέλλον να εκφράσει τα συναισθήματά του, χωρίς φωνές.

7. Εμείς: Ελέγχουμε τη συμπεριφορά αλλά αντιστεκόμαστε στην τιμωρία.

Ξυλιές, συνέπειες και ντροπιάσματα δεν προσφέρουν βοήθεια στο παιδί. Στην πραγματικότητα, περνάνε το μήνυμα πως τα συναισθήματα, που οδήγησαν το παιδί να φερθεί άσχημα, είναι κακά. Οπότε, τα παιδιά προσπαθούν να τα καταπιέσουν. Μάλιστα, οι τιμωρίες οδηγούν τα παιδιά σε χειρότερες, στο μέλλον, συμπεριφορές  – καθώς τα συναισθήματα συσσωρεύονται μέσα τους και μετά… εκρήγνυνται.

8. Εμείς: Συμπεριφερόμαστε ως ενήλικες.

Όταν δεν μπορούμε να ελέγξουμε το σπίτι μας, να θέσουμε κατάλληλα όρια και να δημιουργήσουμε ένα θετικό κλίμα, τα παιδιά δεν νιώθουν ασφαλή. Ανησυχούν πως δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις ανάγκες τους, οπότε αναλαμβάνουν τα ίδια αυτό το ρόλο. Αυτός είναι ένας λόγος που τα παιδιά γίνονται απαιτητικά και αυταρχικά. Ακόμη χειρότερα, παύουν να έρχονται σε εμάς με τα δάκρυά τους και τους φόβους τους.

Και αυτό σημαίνει πως δεν μπορούν να χαλαρώσουν και να μάθουν να διαχειρίζονται τους φόβους τους ή να μάθουν να δουλεύουν τις συγκρούσεις με τους συμμαθητές τους και να αναλαμβάνουν το ρίσκο να κάνουν νέα πράγματα.

Η λύση σε αυτή τη συμπεριφορά είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να νιώσουν ασφαλή, με το να παραμένουμε ήρεμοι και συναισθηματικά γενναιόδωροι γονείς που θέτουμε λογικά όρια και δείχνουμε με το παράδειγμά μας, συναισθηματική νοημοσύνη.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν με τέτοιο τρόπο μαθαίνουν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους γιατί έχουν μια συναισθηματικά ασφαλή ζωή. Μαθαίνουν πως:

  • Τα συναισθήματα δεν είναι καλά ή κακά, αλλά κομμάτι της ανθρώπινης φύσης μας. Όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου να νιώσει, τα συναισθήματα ξεφουσκώνουν.
  • Δεν έχουμε συνήθως επιλογή για το πώς θα νιώσουμε, αλλά μπορούμε πάντα να επιλέξουμε πώς θα συμπεριφερθούμε.

Όλα αυτά μήπως απαιτούν από εμάς πολλά; Ω ναι!!

Αλλά τι πιο σημαντικό κίνητρο από την αγάπη μας για το παιδί μας;

Και εάν ακόμη προσπαθείτε να ελέγξετε τα δικά σας συναισθήματα, θα χαρείτε να ακούσετε πως τα παιδιά σας θα είναι σίγουρα καλύτερα, στη διαχείρισή τους, από εσάς. Γιατί; Γιατί εσείς κάνετε τη δύσκολη δουλειά τώρα με το να τα βοηθάτε να μάθουν πώς. Και η περισσότερη δουλειά γίνεται με το να ελέγχουμε τον εαυτό μας!

Χαρά Σφέτσα, Ψυχολόγος, Παιγνιοθεραπεύτρια

ελεύθερη μετάφραση από Institute of Child Psychology

https://www.ahaparenting.com/read/How-Kids-Learn-to-Control-Their-Emotions

Τι είναι η παιγνιοθεραπεία ή αλλιώς playtherapy;

Η Παιγνιοθεραπεία είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας που χρησιμοποιεί το παιχνίδι και την τέχνη ως κύριο μέσο έκφρασης, και είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στα παιδιά που χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη.

Mε την παιγνιοθεραπεία το παιδί εξερευνά τις σκέψεις & τα συναισθήματά του με δημιουργικό και δυναμικό τρόπο.

Είναι πολύ πιθανό ένα παιδί να δυσκολεύεται να μιλήσει για τα προβλήματά του. Μπορεί επίσης να μην έχει τις λέξεις που χρειάζονται για να περιγράψει πώς νιώθει, ή γιατί συμπεριφέρεται με τον τρόπο που συμπεριφέρεται. Μπορεί να μην αναγνωρίζει τις δυσκολίες του ή ακόμη και να μην μπορεί να τις εξηγήσει.

Η παιγνιοθεραπεία τού δίνει την ευκαιρία και το χρόνο να εκφραστεί μέσω του παιχνιδιού, χρησιμοποιώντας μια πληθώρα από εργαλεία που έχει στη διάθεσή του, όπως: ζωγραφική και σχέδιο, νερό και πηλό, άμμο και μινιατούρες, βιβλία και ασκήσεις χαλάρωσεις, μουσική, κίνηση και κουκλοθέατρο.

Σε μία συνεδρία playtherapy το παιδί ανακαλύπτει τη δημιουργικότητά του και εκφράζεται χρησιμοποιώντας μια πληθώρα από εργαλεία.

Οι παιγνιοθεραπευτικές συνεδρίες έχουν σκοπό να βοηθήσουν το παιδί να νιώσει καλά με τον εαυτό του. Επιπλέον, το βοηθούν να «δουλέψει» τυχόν τραυματικές εμπειρίες που μπορεί να κρατάνε το μυαλό του ‘’αιχμάλωτο’’. Και ένα «αιχμάλωτο» μυαλό δύσκολα μπορεί να είναι ανοιχτό στη μάθηση στο σχολείο ή στις σχέσεις με τους άλλους, συνομήλικους ή δασκάλους.

Μέσω του παιχνιδιού, το παιδί εκφράζει τα δύσκολα συναισθήματά του, μέσα από μία ιστορία ή μία μεταφορά. Η μεταφορά βοηθάει το παιδί να νιώσει ασφάλεια, γιατί δημιουργεί μία ψυχική απόσταση, αφού αυτό που λέει και εκφράζει δεν αφορά απευθείας τον ίδιο, αλλά το παιχνίδι του. Αυτή η αποστασιοποίηση το βοηθάει να επεξεργαστεί τα συναισθήματά του με λιγότερη ένταση και να βρει στο δικό του χρόνο, χωρίς πίεση, τις λύσεις που του ταιριάζουν.

Οι παιγνιοθεραπευτές/ τριες του PTI λαμβάνουν πλήρη ακαδημαϊκή και κλινική εκπαίδευση, πριν πιστοποιηθούν και είναι πλήρως διαπιστευμένοι από τον Βρετανικό Κρατικό Οργανισμό Professional Standards Authority (PSA).

Ποιος είπε ότι ο τέλειος γονιός είναι και καλός γονιός; Καιρός να χαλαρώσουμε!

Στην εποχή μας, η πίεση που νιώθουν οι γονείς είναι μεγάλη!  Από το ποιες σούπερ τροφές να επιλέξουν για το μωρό τους μέχρι τις πιο ψαγμένες δραστηριότητες για το μεγαλύτερο παιδί, οι γονείς παλεύουν να βρουν και να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Και βέβαια να το αποδεικνύουν με χαμογελαστές και ανέμελες οικογενειακές φωτογραφίες, στο instagram! 

Τι θα λέγατε όμως αν σας έλεγαν ότι τελικά η γονεϊκότητα δεν αφορά την τελειότητα αλλά το να είμαστε απλά αρκετά καλοί; Ο Άγγλος παιδίατρος και ψυχαναλυτής Donald Winnicott εισηγήθηκε πρώτος τον όρο της «αρκετά καλής μητέρας», αναφέροντας πως ο ρόλος της μητέρας δεν είναι να είναι τέλεια απέναντι στο μωρό της αλλά να είναι αρκετά καλή, καθώς η τελειότητα… είναι ανέφικτη.

Γιατί δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τέλειος τύπος γονιού. Υπάρχουν, αντιθέτως, διαφορετικοί αρκετά καλοί.

Τι σημαίνει «αρκετά καλός γονιός»;

Ξέρουμε πως οι γονείς παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή ενός παιδιού. Οι έρευνες μάς δείχνουν πως ο τρόπος που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας επηρεάζει την ανάπτυξή τους, την ψυχική ανθεκτικότητά τους και τις προσδοκίες που έχουν από τον εαυτό τους και τους άλλους. Δηλαδή, καθορίζει με έναν τρόπο τη συμπεριφορά τους και γενικότερα, το ευ ζην τους.

Ο Winnicott (1950) υποστηρίζει πως τα παιδιά επωφελούνται, όταν οι μητέρες τους κάποιες φορές «αποτυγχάνουν» να καλύψουν τις ανάγκες τους. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως οι γονείς μπορούν να παραμελούν τα παιδιά τους ή να μη διασφαλίζουν ένα ασφαλές περιβάλλον για να τα μεγαλώσουν. Τα παιδιά χρειάζεται να ξέρουν πως τα αγαπούν και είναι άξια φροντίδας.

Οι γονείς κάνουν λάθη και αυτό είναι οκ!

Ένας “αρκετά καλός” γονιός αντιλαμβάνεται όμως πως και η αποτυχία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Το βίωμα της λύπης, τα δάκρυα και ο θυμός αποτελούν κομμάτι της παιδικής ηλικίας και οι γονείς χρειάζεται να επιτρέπουν στα παιδιά τους να τα μάθουν. Ο “αρκετά καλός” γονιός ξέρεις πως είναι αδύνατον να καλύπτει διαρκώς κάθε ανάγκη του παιδιού, γνωρίζει δηλαδή ότι δεν γίνεται να είναι διαρκώς διαθέσιμος για το παιδί του.  

Τι περιλαμβάνει η “αρκετά καλή” γονεϊκότητα;

Ο Winnicott παρατήρησε πως όταν τα μωρά ήταν πολύ, πολύ μικρά, οι ανάγκες τους καλύπτονταν σχεδόν αμέσως. Όταν ένα μωρό κλαίει, η μητέρα την ίδια στιγμή θα το θηλάσει ή θα το αλλάξει.

Αλλά όσο το παιδί μεγαλώνει, δεν χρειάζεται απαραίτητα οι ανάγκες του να καλύπτονται αμέσως. Αυτό επιτρέπει στο παιδί να χτίσει ανθεκτικότητα απέναντι στη ματαίωση. Στην τελική τα πράγματα στη ζωή δεν πάνε πάντα, όπως τα προγραμματίζουμε ή όπως ακριβώς τα θέλουμε.

Οι γονείς εξακολουθούν βέβαια να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες του παιδιού, να το αγαπούν και να το φροντίζουν, απλά δεν μπορούν πάντα να κάνουν τα πράγματα, όπως ακριβώς τα θέλει το παιδί.

Πώς μοιάζει ένας “αρκετά καλός” γονιός στην καθημερινή ζωή;

Ας ξεκινήσουμε ρωτώντας τον εαυτό μας “Τι χρειάζεται το παιδί μου από εμένα;”

Η “αρκετά καλή γονεϊκότητα” επικεντρώνεται στα συναισθήματα και τις ανάγκες του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία του. Σε ένα μωρό, χρειάζεται να “απαντήσουμε” γρήγορα στην πείνα του. Ένας έφηβος όμως μαθαίνει να βρίσκει το δρόμο του, στη ζωή. Ένας “αρκετά καλός” γονιός θα χρειαστεί κάποιες φορές να επιτρέψει στο παιδί να αντιμετωπίσει και τις συνέπειες των επιλογών του, με ό,τι συναισθήματα αυτές συνεπάγονται. Ο γονιός δηλαδή βρίσκεται δίπλα στο παιδί είτε είναι λυπημένο είτε θυμωμένο, χωρίς όμως “να λύσει” το πρόβλημα ή να το “απαλλάξει” από τα συναισθήματά του.

Βέβαια, πάντα χρειάζεται να είμαστε δίκαιοι και ρεαλιστές. Για παράδειγμα, εάν είναι ώρα για βραδινό και το παιδί είναι κουρασμένο και πεινασμένο, δεν έχουμε την απαίτηση να μαζέψει εκείνη τη στιγμή και το δωμάτιό του!

Θέτουμε δίκαια και λογικά όρια!

Το να είμαστε “αρκετά καλός” γονιός σημαίνει ακόμα να αποδεχόμαστε το παιδί μας για αυτό που είναι. Τα παιδιά χρειάζονται άνευ όρων αγάπη για να αναπτύξουν μία υγιή είκονα για τον εαυτό τους. Αυτό σημαίνει πως εάν ένα παιδί ενδιαφέρεται περισσότερο για το ποδόσφαιρο από τα μαθηματικά (ή και το ανάποδο), δεν προσπαθούμε να το αλλάξουμε.

Την ίδια στιγμή θέτουμε όμως ξεκάθαρα όρια – όπως “Σε παρακαλώ μη με διακόπτεις, όταν μιλάω” ή “Θα ήθελα να χτυπάς την πόρτα πριν μπεις στο δωμάτιό μου”– και προσπαθούμε να είμαστε σταθεροί, όσον αφορά την τήρησή τους.

Αυτό βοηθάει όχι μόνο γιατί θέτει λογικά όρια στη σχέση με το παιδί μας (γιατί είμαστε γονείς του, όχι φιλαράκια του), αλλά επίσης του μαθαίνει να βάζει με τη σειρά του υγιή όρια και στις δικές του σχέσεις.

Τα πράγματα δεν πάνε πάντα, όπως τα σχεδιάζουμε.

Όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, τα πράγματα δεν πάνε πάντα, όπως τα θέλουμε ή όπως τα έχουμε υπολογίσει. Οπότε αν νιώθουμε θυμωμένοι με το παιδί μας, φροντίζουμε να του μιλήσουμε ήρεμα, δείχνοντάς του έτσι πώς ρυθμίζει κανείς το θυμό του. Αν δεν τα καταφέρουμε – πχ χάσουμε την ψυχραιμία μας και φωνάξουμε – τότε απολογούμαστε.  

Σημαντικό επίσης είναι να δίνουμε και στον εαυτό μας λίγο χρόνο. Αυτό σημαίνει πως δεν χρειάζεται να τα λύνουμε όλα επί τόπου. Μπορούμε να τα αφήσουμε για αύριο ή για κάποια άλλη στιγμή που θα έχουμε την ενέργεια και την υπομονή που χρειάζεται.

Και όταν το έχουμε ανάγκη, να μην ξεχνάμε να ζητάμε βοήθεια είτε από τον/τη σύντροφό μας ή την οικογένειά μας είτε από κάποιον επαγγελματία, σύμβουλο ή ψυχολόγο. Στην τελική όλα αυτά αφορούν το πώς να είμαστε αρκετά καλοί… όχι υπεράνθρωποι!

Κείμενο, ελεύθερη μετάφραση: Χαρά Σφέτσα, Ψυχολόγος, Παιγνιοθεραπεύτρια

Αρχικό κείμενο: https://theconversation.com/parents-make-mistakes-so-what-does-good-enough-parenting-look-like-214146?fbclid=IwAR1uG5OY76xG-vrreItDgfEmQN0IMYT_L44pIRozkiCbXOSf8vYu_uPuTtw

Pictures from freepik.com

10 λόγοι για να επισκεφτείτε έναν παιδοψυχολόγο

Η ανατροφή των παιδιών στη σύγχρονη κοινωνία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι ρυθμοί της ζωής, οι πιέσεις του σχολικού περιβάλλοντος, η έλλειψη χρόνου ή ακόμα και τα απρόβλεπτα γεγονότα ζωής μπορούν να προκαλέσουν δυσκολίες και να κάνουν κάθε γονιό να νιώσει αβοήθητος στο δύσκολο ρόλο του.

Συχνά αυτές οι δυσκολίες λύνονται στο σπίτι αλλά μερικές φορές η οικογένεια χρειάζεται βοήθεια από κάποιον ψυχολόγο και εξειδικευμένο θεραπευτή για να μπορέσει να καταλάβει τι συμβαίνει στο παιδί και πώς μπορεί να το υποστηρίξει για να νιώσει ξανά ευτυχισμένο.

Οι λόγοι που συνήθως οδηγούν τους γονείς να φέρουν τα παιδιά τους στο γραφείο ενός ψυχολόγου μπορεί να  είναι πολλοί και διαφορετικοί μεταξύ τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

  • Δυσκολία προσαρμογής στο σχολείο
  • Άγχος αποχωρισμού
  • Διάσπαση προσοχής
  • Δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις
  • Επιθετικότητα
  • Αδελφική ζήλια, αλλαγή στη ζωή του παιδιού μετά τη γέννηση ενός ακόμα παιδιού
  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος
  • Αλλαγές στην οικογενειακή κατάσταση (επικείμενο διαζύγιο των γονέων, πένθος κ.ά.)
  • Ασθένειες των παιδιών ή των γονιών τους
  • Τραυματικά γεγονότα

Mε την κατάλληλη στήριξη και βοήθεια, οι γονείς μπορούν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τις δυσκολίες του γονεϊκού ρόλου και να καταφέρουν να υποστηρίζουν μια υγιή και χαρούμενη οικογένεια.

Συνέπειες: Τελικά μπορούν να αλλάξουν τη συμπεριφορά ενός παιδιού; 

photo by freepik

Στο σχολείο, μας ενημέρωσε η δασκάλα πως η κόρη μας χτύπησε ένα άλλο παιδί στο διάλειμμα. Τι κάνουμε; Την αφήνουμε να δει "οθόνες"  σαν να μην τρέχει τίποτα;

Έχει πάει αργά το απόγευμα και ακόμη το δωμάτιό του είναι ακατάστατο, ενώ είχαμε συμφωνήσει να το μαζέψει. Τι κάνουμε; Τρώμε πίτσα, όπως είχαμε κανονίσει; Ή τον τιμωρούμε ως συνέπεια της… ασυνέπειάς του;  

Οι πράξεις των παιδιών μας δεν πρέπει να έχουν συνέπειες; 

Μπορεί να σκέφτεστε πως τέτοιες πράξεις πρέπει να έχουν σοβαρές συνέπειες στη ζωή του παιδιού, γιατί έτσι μόνο θα μάθει να είναι υπεύθυνο στη ζωή του.

Πολλοί γονείς ακόμη πιστεύουν πως είναι απαραίτητο να κάνουν το παιδί να νιώσει άσχημα για τη συμπεριφορά του και ότι οι συνέπειες το βοηθούν να μάθει να πληρώνει για τα λάθη του. Με αυτό τον τρόπο καταλαβαίνει τι έκανε και δεν θα το ξανακάνει.

Ισχύει όμως αυτό; Μπορούν οι συνέπειες να αλλάξουν μια προβληματική συμπεριφορά;

Χρησιμοποιώντας τις συνέπειες για να αλλάξουμε μια συμπεριφορά

  • Πόσο συχνά χρησιμοποιείτε τις συνέπειες για να μάθετε στο παιδί σας να φέρεται σωστά; 
  • Θέλετε να ενθαρρύνετε το παιδί σας να καταλάβει από τα λάθη του και να γίνει καλύτερο; 
  • Εάν πιστεύετε πως οι συνέπειες είναι απαραίτητες, δεν είστε οι μόνοι. 
Πολλοί πιστεύουν πως οι συνέπειες δεν είναι μόνο καλές αλλά απαραίτητες για τη σωστή διαπαιδαγώγηση. Οι έρευνες όμως δείχνουν πως μάλλον κάτι τέτοιο δεν ισχύει. 

Όταν τα παιδιά φέρονται άσχημα, αυτό που πραγματικά μπορεί να τα βοηθήσει να αλλάξουν, είναι να τους συμπεριφερθούμε με ευγένεια και να τους δείξουμε το ενδιαφέρον μας.  

Γιατί, όταν τα παιδιά αισθάνονται πως ο γονιός τους προσπαθεί να τα κατανοήσει και δεν σπεύδει αμέσως να τα κατηγορήσει, είναι πιο πιθανό να προσπαθήσουν πράγματι να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους και να κάνουν μια καλύτερη επιλογή, την επόμενη φορά. 

Η ευγένεια και ο σεβασμός δεν επιβραβεύουν την κακή συμπεριφορά, αλλά βοηθούν στη δημιουργία μιας δυνατής σύνδεσης – ανάμεσα στο γονιό και το παιδί – που το ενθαρρύνει να αλλάξει. 

"Το παιδί μου μόλις παραδέχτηκε πως πλήγωσε κάποιον άλλο, και εγώ θα προσπαθήσω να το καταλάβω; Αυτό δεν μπορεί να είναι το σωστό"! 

Λοιπόν, ναι, ξέρετε, μπορεί η τιμωρία ή η απειλή να είναι ένας αυτόματος και εύκολος τρόπος για να σταματήσει εκείνη τη στιγμή η συμπεριφορά αλλά δεν μας εξασφαλίζει ότι δεν θα ξαναγίνει. Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσει το παιδί στο να μάθει να κρύβει τις πράξεις του καλύτερα, από το φόβο της τιμωρίας. 

To να μην υπάρχουν συνέπειες δεν σημαίνει πως το παιδί “τη γλιτώνει” με την ανυπακοή του!

Συχνά πιστεύουμε πως όταν αποδίδουμε ευθύνες και κατηγορούμε το παιδί μας, κάνουμε κάτι καλό και θετικό – του μαθαίνουμε να είναι υπεύθυνο. Αλλά όταν τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον που η κατηγορία είναι τρόπος ζωής, τότε γίνονται πιο αμυντικά, μαθαίνουν να κρύβουν τι τους συμβαίνει και τους είναι πιο εύκολο να κατηγορήσουν και να ρίξουν την ευθύνη σε κάποιον άλλον.

photo by freepik

Οι συνέπειες μπορεί να οδηγήσουν σε έναν φαύλο κύκλο κακής συμπεριφοράς – τιμωρίας. 

Αν αποδεχτούμε όμως το γεγονός πως τα παιδιά μας όσο μεγαλώνουν, θα κάνουν λάθη, θα πληγώνουν και θα πληγώνονται, θα τεστάρουν τα όριά μας και τις αντοχές μας, τότε ο δρόμος της κατανόησης και της εμπιστοσύνης μπορεί να έχει καλύτερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα από αυτόν της τιμωρίας.  

Η τιμωρία και η πειθαρχία, έτσι ίσως όπως την έχουμε μάθει από τους παλιότερους, συχνά εστιάζει στο να κάνουν το παιδί να νιώσει άσχημα με τον εαυτό του. 

Ένα κλασικό κήρυγμα για το "πόσο κακό είναι να χτυπάμε" συνοδευόμενο μετά και από μία τιμωρία (πχ δεν έχει οθόνη σήμερα), όντως κάνει τικ σε πολλά κουτάκια της παραδοσιακής διαπαιδαγώγησης. Τι όμως μαθαίνει στα αλήθεια το παιδί με το να μένει τιμωρία  στο δωμάτιό του, αφού πρώτα "τα έχει ακούσει"  που χτύπησε το συμμαθητή του;    
  • Το να μην χρησιμοποιεί τον υπολογιστή για ένα απόγευμα δεν του μαθαίνει πώς να επιλύει τις διαφορές του
  • Το να μην δει τηλεόραση δεν του μαθαίνει πώς να συγκρατεί τα νεύρα του 
  • Το να μην πάει σινεμά ή να μην φάει γλυκό δεν του μαθαίνει πως να επανορθώνει για τα λάθη του 

Δεν βγάζει λοιπόν περισσότερο νόημα να βοηθάμε τα παιδιά μας στην αναζήτηση λύσεων για το πρόβλημά τους; 

Ο Dr. Haim Ginott εξηγεί στο βιβλίο του, Between Parent and Child ότι τις περισσότερες φορές, οι συνέπειες είναι τιμωρητικές και κάνουν το παιδί να νιώσει ακόμη πιο άσχημα με τον εαυτό του. 

Αντιθέτως εάν κάτσετε μαζί του και συζητήσετε τι συμβαίνει, τι νιώθει, γιατί συμπεριφέρθηκε έτσι και τι μπορεί να γίνει για να αλλάξει τη συμπεριφορά του, το παιδί μπορεί να νιώσει ικανό να κάνει καλύτερες επιλογές στο μέλλον. 

Εάν το παιδί νιώθει άσχημα για αυτό που είναι, δεν θα ψάξει να βρει καλύτερες λύσεις για τη συμπεριφορά του. Απλά θα νιώθει απαίσια ή θα προσπαθήσει να ρίξει το φταίξιμο αλλού. 

Είναι όντως δύσκολο να διαχειριστούμε την ανυπακοή και την άρνηση συνεργασίας των παιδιών μας, τις περισσότερες φορές όμως συμπεριφέρονται με λάθος τρόπο, όταν ήδη νιώθουν άσχημα με τον εαυτό τους, συναισθηματικά φορτισμένα ή κουρασμένα.

Εκείνη τη μέρα που ο γιος σας λοιπόν δεν μάζεψε το δωμάτιό του, όπως το είχατε συμφωνήσει, μάλλον ήξερε ήδη πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό. Αν τον τιμωρήσετε, πιθανότατα θα θυμώσει πιο πολύ με τον εαυτό του και ίσως και με εσάς. Εάν όμως καθίσετε και μιλήσετε για το τι έγινε, ακούσετε τι έχει να σας πει και του τονίσετε πόσο σημαντικό είναι για εσάς να τηρούνται οι συμφωνίες στο σπίτι, ίσως να σας εκπλήξει η ειλικρίνιά του και η ανάγκη του να αναλάβει τις ευθύνες του.

Επίσης, σημαντικό είναι να γνωρίζουμε τι μπορούμε να απαιτούμε από το παιδί μας, με βάση το ηλικιακό του στάδιο. Συχνά οι απαιτήσεις των γονιών δεν συνάδουν με την ηλικία του παιδιού. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο ένα παιδί 5 χρονών να μπορεί να έχει τον έλεγχο του χρόνου και να μην υποκύψει σε ένα ακόμη επεισόδιο της αγαπημένης του σειράς στο Netflix. Είναι δική μας δουλειά να φροντίζουμε και να θέτουμε ξεκάθαρα όρια και να βοηθάμε τα παιδιά μας να τα τηρούν.

Αντικαθιστώντας τις συνέπειες με θετική διαπαιδαγώγηση

  • Θέλουμε το παιδί μας να νιώθει άνετα να έρθει σε εμάς, ό, τι κι αν έχει κάνει ή έχει συμβεί.
  • Θυμόμαστε πως η καλή συμπεριφορά χρειάζεται πρακτική εξάσκηση, θέλει υπομονή και επιμονή.
  • Θέτουμε ξεκάθαρα όρια και τα τηρούμε.
  • Χρησιμοποιούμε στρατηγικές που σέβονται το παιδί μας.
  • Αντικαθιστούμε τις τιμωρίες με λύσεις που βοηθούν το παιδί να επιλέξει καλύτερα την επόμενη φορά.
Η θετική διαπαιδαγώγηση βοηθάει τα παιδιά να μάθουν να ελέγχουν μόνα τους τη συμπεριφορά τους όχι από φόβο τιμωρίας αλλά από αγάπη και σεβασμό στον εαυτό τους και τους άλλους. 

Αν δεν είστε σίγουροι πως να αντικαταστήσετε τις συνέπειες, ξεκινήστε στην αρχή με πιο απλές καθημερινές καταστάσεις.

Αφιερώστε του λίγο χρόνο κάθε μέρα και μιλήστε του με σεβασμό και ευγένεια.

Ακούστε το προσεκτικά, όσο σας μιλάει και προσπαθήστε να καταλάβει τι νιώθει.

Και το πιο σημαντικό… πιστέψτε πως το παιδί σας μπορεί να συμπεριφερθεί καλύτερα με τη δική σας βοήθεια και στοργική καθοδήγηση.

Ελεύθερη μετάφραση: Χαρά Σφέτσα, Ψυχολόγος, Παιγνιοθεραπεύτρια

Πρωτότυπο κείμενο:

https://www.positiveparentingconnection.net/consequences-child-misbehaving/

Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για τη σεξουαλική παρενόχληση;

Αυτές τις μέρες κυκλοφορούν δυστυχώς πολύ δυσάρεστες ειδήσεις σχετικές με τη παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Ως γονείς λογικό είναι να ανησυχούμε και να αναρωτιόμαστε πώς να μιλήσουμε στα παιδιά μας για αυτό.

Τι λέμε λοιπόν;

Πολύ συχνά από την ανάγκη μας να προστατεύσουμε τα παιδιά μας, μπορεί σε τέτοιου είδους συζητήσεις να λέμε περισσότερα από όσα μπορεί να καταλάβει το παιδί μας (ειδικά αν είναι σε μικρή ηλικία) με αποτέλεσμα περισσότερο να το φοβίζουμε παρά να το προστατεύουμε. Από την άλλη εάν επιλέξουμε να πούμε λιγότερα, τότε πάλι μπορεί να το “αφήνουμε” με τρομακτικές σκέψεις και απορίες.

Το σίγουρο είναι πως όσο δύσκολο θέμα κι αν είναι, χρειάζεται να κάνουμε αυτή τη συζήτηση.

Το τι λέμε… πάντα εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού. Σε γενικές γραμμές, πρώτα, απαντάμε στις ερωτήσεις του και καταλαβαίνουμε τις σκέψεις του και μετά μοιραζόμαστε τις δικές μας σκέψεις και συμβουλές.

Πρώτα μαθαίνουμε τι έχει ακούσει

… από τους φίλους, την τηλεόραση, τα social media. Κάποια στιγμή λοιπόν που έχετε χρόνο να κάνετε τη συζήτηση (και δεν βιάζεστε να φύγετε εσείς ή το παιδί), πχ όταν κάθεστε και μοιράζεστε τα νέα της ημέρας σας, μπορείτε να το ρωτήσετε τι έχει ακούσει σχετικά με το θέμα της παρενόχλησης ή γενικά για μεγαλύτερους άνδρες να πλησιάζουν μικρά κορίτσια – ό,τι δηλαδή μοιάζει περίπου με το θέμα των ημερών.

Θυμηθείτε! Πρώτα θέλετε να σας μιλήσει το παιδί σας και όχι να μιλήσετε εσείς!

Έτσι μαθαίνετε τι γνωρίζει για το θέμα (αν γνωρίζει κάτι) και το ενθαρρύνετε να σας μιλήσει. Επίσης, του δίνετε τη δυνατότητα να σας ρωτήσει όποιες απορίες έχει ή κάτι που δεν έχει καταλάβει. Έτσι του δείχνετε πως είστε διαθέσιμοι και μπορείτε να ακούσετε ό,τι κι αν έχει να σας πει, χωρίς να το επικρίνετε ή να το διακόπτετε.

Μετά απαντάμε στις ερωτήσεις του…

Σκοπός σας είναι να του δώσετε τις πληροφορίες, μιλώντας του σε μία γλώσσα κατανοητή και απλή, πάντα λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του. Δεν χρειάζεται να μπείτε σε λεπτομέρειες, αλλά ούτε να πείτε και πολύ λίγα ειδικά σε περίπτωση που θέλει να μάθει περισσότερα.

Το να αποφεύγουμε να αναφέρουμε τα γεγονότα δεν προστατεύει τα παιδιά μας από τις οδυνηρές πληροφορίες. Αντιθέτως, τα αφήνει ευάλωτα στη φαντασία τους που συνήθως τη χρησιμοποιούν για να γεμίζουν τα κενά, όταν οι ενήλικες δεν είναι πρόθυμοι να τους εξηγήσουν. Και πιστέψτε με… αυτό που φαντάζονται μπορεί να είναι πολύ χειρότερο από αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

Μετά μιλάμε για τις σκέψεις του και το τι πιστεύει…

Και στο τέλος, μοιραζόμαστε τις δικές μας σκέψεις και συμβουλές.

Στόχος τέτοιων συζητήσεων είναι να προσφέρουμε στο παιδί τη δυνατότητα να σκεφτεί σχετικά με το τι είναι επιτρεπτό και τι όχι, και βέβαια είναι απαραίτητο να του πούμε τι πιστεύουμε εμείς σχετικά με το τι είναι σωστό και τι λάθος.

Χρειάζεται εδώ να συζητήσουμε το πότε είναι οκ να μας ακουμπήσει κάποιος άλλος άνθρωπος, τι σημαίνει συναίνεση, πότε ξεπερνώνται τα όρια. Εδώ εξηγούμε ποια σημεία του σώματος δεν επιτρέπεται να μας ακουμπήσουν άλλοι, πώς πρέπει να αντιδράσει αν συμβεί και σε ποιον να στραφεί για βοήθεια.

Ειδικά στα μικρότερα παιδιά, μπορούμε να μιλήσουμε για τον κανόνα των εσωρούχων. Τι λέει; Είναι απλό. Κανείς δεν μπορεί να αγγίξει ή να χαϊδέψει το παιδί στα σημεία του σώματός του που καλύπτονται από εσώρουχο.

Θυμίστε του, πως ό,τι κι αν συμβεί, εσείς πάντα θα είστε δίπλα του πρόθυμοι να ακούσετε τις σκέψεις και τις ανησυχίες του.

Χρειάζεται να του τονίσετε πόσο σημαντικό είναι να σας μιλήσει αν κάτι που του συμβαίνει, το κάνει να νιώθει ντροπή ή φόβο.

Γιατί είναι καθησυχαστικό να ξέρει ένα παιδί πως ακόμη κι εάν κάτι κακό συμβεί ή σε αυτό ή σε κάποιο άλλο παιδί, υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για να σιγουρευτούμε πως αυτό δεν πρόκειται να ξαναγίνει ποτέ.

Σίγουρα αυτή η συζήτηση δεν είναι εύκολη. Αλλά είναι απαραίτητη, γιατί έτσι μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να γνωρίζουν τι είναι επιτρεπτό και τι όχι, όσον αφορά το σώμα το δικό τους και των άλλων.

Κείμενο: Χαρά Σφέτσα, Ψυχολόγος, Παιγνιοθεραπεύτρια

References

“Child Mind Institute”, https://childmind.org/blog/how-to-talk-to-children-about-sexual-harassment/

Social Policy.gr

Δεν μπορώ! Κι όμως υπάρχει!  

Όπως υπάρχει και Δεν θέλω. 

Κάποτε μας λέγανε πως δεν υπάρχει “δεν μπορώ”, υπάρχει “δεν θέλω”. Και όντως μπορεί αυτή η φράση να λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη κάποιες στιγμές στη ζωή μας, μήπως όμως υπεραπλουστεύει τα πράγματα, μιλώντας μόνο για τη δύναμη της θέλησης; 

Μήπως κατά βάθος κρύβει έναν εγωιστή δυνάστη που θέλει να μας κάνει να νιώθουμε ενοχικά απέναντι σε κάτι που δεν μπορούμε να κάνουμε, υποστηρίζοντας πως ο μόνος λόγος που δεν μπορούμε, είναι απλά ότι δεν το θέλουμε όσο θα έπρεπε;

Και πόσο εύκολα βγαίνουν έξω από τη συζήτηση οι λόγοι και οι συνθήκες που μας επηρεάζουν και μας εμποδίζουν να πετύχουμε αυτό που θέλουμε; 

Και όχι! Οι λόγοι που δεν μπορούμε, δεν είναι πάντα δικαιολογίες για να μην πετυχαίνουμε. Και αυτό σίγουρα δεν χρειάζεται να το ακούει ένα παιδί!

Γιατί πολλά πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα ότι μπορούμε να τα κάνουμε με μόνη δύναμη τη θέλησή μας, τα παιδιά απλά δεν μπορούν. Γιατί δεν είναι αναπτυξιακά ή νευρολογικά έτοιμα να μπορούν, ακόμη κι αν το θέλουν. 

Κάποια “δεν μπορώ” ισχύουν για όλα τα παιδιά. Για παράδειγμα, στην ηλικία των 5 ετών τα περισσότερα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν την αφηρημένη σκέψη γιατί δεν είναι ακόμη ο εγκέφαλός τους έτοιμος να την κατανοήσει (πχ δεν θα καταλάβουν μία ειρωνία ή ένα αστείο που θα πουν οι μεγάλοι) ή δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τα συναισθήματά τους και εύκολα κυριεύονται από αυτά.

Αλλά όχι μόνο. Και εκείνο το παιδί στο σχολείο μπορεί να θέλει να μην κουνιέται στην καρέκλα του θρανίου αλλά να μη μπορεί. Μπορεί να θέλει να μην τσακωθεί με τον φίλο του αλλά να μη μπορεί να κρατήσει τον θυμό του. Τόσα πολλά πράγματα που δεν μπορούν να κάνουν κάποια παιδιά ανεξάρτητα με το αν το θέλουν. 

Και αυτό το παιδί, και το κάθε παιδί, τελικά το τι θα μπορέσει να κάνει εξαρτάται κυρίως από τη στήριξη και την αποδοχή των άλλων γύρω του, των δασκάλων του, των γονιών του, των φροντιστών του, όλης της κοινωνίας στην οποία ζει… 

Αυτό το παιδί μπορεί να μάθει πώς να διαχειρίζεται το θυμό του, πώς να ελέγχει καλύτερα τις παρορμήσεις του, πώς να σχετίζεται, αρκεί εμείς γύρω του να είμαστε δίπλα του. Παρόλα αυτά, μπορεί πάντα το σώμα του να κινείται λίγο περισσότερο από των άλλων γύρω του ή να μην γίνει ποτέ καλός στην ορθογραφία. Γιατί υπάρχει εν τέλει και το “δεν μπορώ” και όχι μόνο το “δεν θέλω”. Και αυτό ας το θυμόμαστε πριν κατηγορήσουμε με ευκολία τη θέλησή του.

Για κάθε παιδί, λοιπόν, που από το “δεν μπορώ” κατακτά το “κοιτά, μπορώ!”, αυτό συμβαίνει πολύ συχνά επειδή κάποιοι βρέθηκαν δίπλα του και το στήριξαν. Επειδή το δικό του “δεν μπορώ”, το κάνανε, αν θέλεις, μπορούμε να προσπαθήσουμε μαζί. 

Χαρά Σφέτσα, Ψυχολόγος ΜΑ, Παιγνιοθεραπεύτρια




Θυμός, επιθετικότητα και playtherapy

photo by freepik

Λένε πως η επίθεση αποτελεί την καλύτερη άμυνα. Κι αν το καλοσκεφτεί κανείς, όντως, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι προτιμότερο να επιτεθούμε σε αυτό που μας φοβίζει παρά να οπισθοχωρήσουμε. Το ίδιο ισχύει κι όταν τα παιδιά εκφράζουν επιθετική συμπεριφορά, φωνάζοντας, χτυπώντας ή και βρίζοντας. Συχνά αυτή η επίθεση, αποτελεί την άμυνά τους, μπροστά σε αυτό που τα τρομάζει, που τα στενοχωρεί, που τα φοβίζει.

Συχνά, τα παιδιά που είναι θυμωμένα είναι κατά βάθος πολύ λυπημένα. Η λύπη όμως είναι ένα “ευάλωτο” συναίσθημα, που δύσκολα μπορεί να σε προστατεύσει, όταν πιστεύεις πως είσαι σε κίνδυνο, ενώ ο θυμός είναι δυναμικός και μπορεί να σου παρέχει ένα αίσθημα ελέγχου και ασφάλειας.

Γιατί κάποια παιδιά έχουν επιθετική συμπεριφορά;

  • Η επιθετική συμπεριφορά (bullying) μπορεί να προσφέρει στο παιδί ένα αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς, όταν κατά βάθος αυτό που νιώθει μέσα του είναι φόβος.
  • Τα παιδιά που φαίνονται θυμωμένα, συχνά είναι παιδιά θλιμμένα. Χρησιμοποιούν το θυμό και την επίθεση για να προστατεύσουν τον εαυτό τους από το να νιώθουν ανεπιθύμητα, ανάξια αγάπης, προσοχής και φροντίδας.
  • Τα παιδιά που έχουν επιθετική συμπεριφορά συχνά νιώθουν εσωτερικά πολύ εύθραυστα, γεγονός που τα οδηγεί να βρίσκονται διαρκώς σε επιφυλακή να αντικρούσουν πιθανές επιθέσεις ή επικρίσεις.

Πώς μπορούμε να τα βοηθήσουμε;

  • Με ενεργητική ακρόαση, βοηθάμε να τα ηρεμήσουμε. Για παράδειγμα “Πωπω… πρέπει να είσαι πολύ θυμωμένος αυτή τη στιγμή!”
  • Η ενεργητική ακρόαση πραγματικά αποτελεί λύση! Όταν ένα παιδί νιώσει ότι το καταλαβαίνουν, παύει να νιώθει πως χρειάζεται να δείξει τι του συμβαίνει, μέσα από τη συμπεριφορά του. Όταν τα παιδιά νιώθουν πως δεν τα ακούν ή πως δεν τα καταλαβαίνουν, θα το δείξουν αυτό μέσα από τη συμπεριφορά τους, και αυτή συχνά γίνεται όλο και χειρότερη μέχρι να νιώσουν πως τα καταλαβαίνουμε.
  • Θέτουμε όρια! Ήρεμα, ήπια αλλά ξεκάθαρα όρια, χωρίς να ξεχνάμε να τονίζουμε πως δεν είναι για χτύπημα, ούτε ο εαυτός τους ούτε οι άλλοι.

Πώς μπορεί η παιγνιοθεραπεία να βοηθήσει;

  • Σε μία συνεδρία playtherapy, το παιδί μπορεί να εκφράσει το θυμό του (τη λύπη, το φόβο, το άγχος του κτλ) σε ένα ασφαλές θεραπευτικό περιβάλλον.
  • Όταν αυτά τα συναισθήματα λύπης και φόβου βγουν στην επιφάνεια, η θεραπεύτρια μπορεί να βοηθήσει το παιδί να τα αναγνωρίσει, να τα αποδεχθεί και να τα “επουλώσει”.
  • Eίναι πιο εύκολο για ένα παιδί να “μιλήσει” για αυτά που το ζορίζουν, παίζοντας. Τα παιχνίδια γίνονται οι λέξεις του παιδιού και μέσα από το παιχνίδι, εκφράζει τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του για ό,τι του συμβαίνει. Η θεραπεύτρια ακούει αυτά που της λέει, αποδέχεται το παιδί όπως είναι και με την καθοδήγηση της αναζητούν μαζί να βρουν τις λύσεις που του ταιριάζουν και μπορούν να κάνουν το παιδί να νιώσει πιο χαρούμενο στη ζωή του.

Η συμμετοχή μας, στο 2ο Διεθνές Συνέδριο για το παιχνίδι  “Play on Early Education”!

εισηγήτρια, Χαρά Σφέτσα, Ψυχολόγος, Παιγνιοθεραπεύτρια

Στο 2ο Διεθνές Συνέδριο για το Παιχνίδι που έγινε στην Αθήνα είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε εξέχοντες ομιλητές/τριες και επιστήμονες από όλο τον κόσμο. Μαζί τους, κάναμε ένα ταξίδι εξερεύνησης και προβληματισμού για τον ρόλο του παιχνιδιού στο σχολείο του αύριο.

Στο συνέδριο, συμμετείχε ως εισηγήτρια και η ψυχολόγος Χαρά Σφέτσα, όπου μίλησε για τα οφέλη της παιγνιοθεραπείας αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαν οι θεραπευτές παιδιών και εφήβων, κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Μπορούν τα παιδιά να παίξουν χωρίς να αγγίζονται και πόσο σημαντικό είναι να ακουμπιόμαστε;

Το άγγιγμα είναι βασικό κομμάτι της ανάπτυξής μας και ένας σημαντικός τρόπος με τον οποίο συνδεόμαστε. Τα μωρά θέλουν επαφή skin to skin για να νιώσουν ασφαλή. Τα παιδιά τρελαίνονται για παιχνίδι όπου το ένα σκαρφαλώνει στο άλλο, αγκαλιάζονται, παλεύουν.

“Παίζουμε μάχες, μαμά!! Δεν το κάνουμε στα αλήθεια!!”

Η πανδημία όμως και η αγωνία για ανάρμοστα αγγίγματα όλο και απομακρύνει τα παιδιά από το να αγγίζονται. Επίσης, υπάρχει η έγνοια ότι αν τα αφήσουμε να παλεύουν, πολύ γρήγορα αυτό το παιχνίδι μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικά χτυπήματα.

Πώς μπορεί η παιγνιοθεραπεία να βοηθήσει; Πώς χρησιμοποιούμε το άγγιγμα ως θεραπευτικό εργαλείο; Είναι το “άγριο” παιχνίδι κάτι που μπορούμε να επιτρέπουμε και ποια είναι τα σημάδια που μας δείχνουν ότι πια δεν είναι παιχνίδι αλλά έχει μετατραπεί σε αληθινό καβγά;

2ο Διεθνές Συνέδριο Play on Athens

Την ευθύνη και την διοργάνωση του συνεδρίου την είχε το ελληνικό διακεκριμένο play-based σχολείο Dorothy Snot preschool & kindergarten.

Μάθετε περισσότερα εδώ:

https://www.playonathens.com/speakers/presenters/hara-sfetsa.html

Γιατί δε χρειάζεται να πιέζουμε το παιδί προσχολικής ηλικίας να μοιράζεται;

Βρισκόμαστε στην παιδική χαρά. Ένα χαρούμενο αγοράκι παίζει με τα παιχνίδια του και το κοριτσάκι σας εμφανίζεται με τα καινούργια του αυτοκινητάκια. Το αγοράκι πλησιάζει και αρπάζει τα αυτοκινητάκια και παίζει. Το κοριτσάκι σας κλαίει με παράπονο και φωνάζει «Είναι δικά μου! Είναι δικά μου».

Φανταζόμαστε ότι η κατάσταση σας είναι γνώριμη, ότι έχετε βρεθεί συχνά σε αυτή τη θέση και ότι έχετε αισθανθεί αμήχανα και άβολα. «Τι πρέπει να κάνω;» αναρωτιέστε. Συχνά, έχετε αποφασίσει ότι πρέπει το παιδί σας να προσφέρει τα παιχνίδια του και να κατανοήσει την έννοια του μοιράσματος και της προσφοράς με αυτόν τον τρόπο. Θεωρείτε ότι έτσι το μαθαίνετε να είναι ευγενικό και γενναιόδωρο και ότι δείχνετε και στους υπόλοιπους γονείς ότι είστε κι εσείς οι ίδιοι ευγενείς και μεγαλώνετε «σωστά» το παιδάκι σας.

Τι συμβαίνει, όμως, στην πραγματικότητα σε αυτή την ηλικία; Πότε το παιδί κατανοεί την έννοια του μοιράσματος; Πρέπει να παρεμβαίνετε και πότε;

Τα παιδιά δεν αναπτύσσουν την ικανότητα για ενσυναίσθηση πριν τα 6 τους χρόνια.

Τα παιδιά 2-3 ετών δημιουργούν για πρώτη φορά μια αυτοεικόνα ξεχωριστή από της μητέρας τους. Σε αυτήν την ηλικία λένε φράσεις όπως «θα το κάνω μόνη-ος μου» ή «είναι δικό μου».

-Ταυτοχρόνως, τα παιδιά  σε αυτές τις ηλικίες έχουν μια εγωκεντρική αντίληψη του κόσμου και ανακαλύπτουν την έννοια της ιδιοκτησίας. Κατανοούν ότι κάποια πράγματα τους ανήκουν και πολλές φορές θεωρούν ότι τους ανήκουν και άλλα  που στην πραγματικότητα δεν είναι δικά τους. Αυτές οι τάσεις κτητικότητας είναι φυσιολογικές, αποτελούν μια φάση της εξέλιξής τους και στην πορεία ξεπερνιούνται φυσικά. Αν το παιδί σας φέρεται κτητικά με τα παιχνίδια του δε σημαίνει ότι φέρεται εγωιστικά ή ότι είναι άπληστο ή κακομαθημένο.  Απλώς, βιώνει την έννοια της κτήσης και πειραματίζεται με αυτήν. Στην πραγματικότητα, αυτή η φάση,  η φάση του «εγωισμού» είναι ένα στάδιο πριν το μοίρασμα.

Ένα παιδί που είναι μικρότερο από 2,5 ετών δύσκολα θα πειστεί να μοιραστεί. Και αυτό έχει να κάνει με τα στάδια ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξης των παιδιών. Στην ηλικία αυτή τα παιδιά παίζουν παράλληλα και όχι μαζί.

Για τα παιδιά αυτής της ηλικίας τα παιχνίδια δεν είναι απλά αντικείμενα, αλλά, κάτι πολύτιμο. Συχνά, κάποια παιχνίδια, αποτελούν για αυτά μεταβατικά αντικείμενα προσκόλλησης, συνεπώς τα έχουν ανάγκη για να νιώθουν συναισθηματικά ασφαλή.

Περίπου στα 3 και περισσότερο στα 4  έτη το παιδί αρχίζει να κατανοεί την έννοια της μοιρασιάς και της προσφοράς. Και πάλι είναι λογικό να περιμένουμε επιλεκτικό μοίρασμα.

-Αυτό για να συμβεί προϋποθέτει ότι εμείς οι ίδιοι ως γονείς του δίνουμε με το παράδειγμά μας τη δυνατότητα να δει, να βιώσει και να αντιληφθεί την έννοια της προσφοράς και τα οφέλη της. Γι αυτό καλό είναι να μοιραζόμαστε πράγματα με τα παιδιά μας και μάλιστα να ονομάζουμε την πράξη μας. Να λέμε, για παράδειγμα: «Η συνάδελφός μου μας κέρασε ένα υπέροχο κέηκ και το έφερα μαζί μου εδώ για να το μοιραστούμε». Επίσης, αν έχουμε πάνω από ένα παιδί, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και δίκαιοι στο πώς μοιράζουμε τα πάντα, τον χρόνο μας, τα παιχνίδια, τους εαυτούς μας.

-Καλό είναι να γνωρίζουμε ότι αν εμείς  δίνουμε, το παιδί θα δώσει, όταν έρθει η στιγμή. Αν οι ανάγκες του ικανοποιούνται, αν νιώθει συναισθηματικά ασφαλές και συνεπώς αναπτύσσεται υγιώς και με αυτοπεποίθηση, τότε έχει λιγότερο ανάγκη τα αντικείμενα.

Τι να κάνουμε, λοιπόν;

-Είναι απαραίτητο να υπάρχει συχνά η εξής υπενθύμιση :  «Όταν διαφωνούμε και μαλώνουμε με τα άλλα παιδιά δε χτυπάμε, δεν κλωτσάμε, δεν σπρώχνουμε».

-Να μην παρεμβαίνετε όσο είναι δυνατόν. Όλοι οι γονείς επιθυμούμε να βλέπουμε τα παιδιά μας να επιλύουν μόνα τους τα προβλήματά τους, τις διαφορές τους. Επιθυμούμε να γίνουν ανεξάρτητα και αυτόνομα. Όταν, όμως, προκύπτει μια διαμάχη σπεύδουμε να παρέμβουμε και να λύσουμε τα προβλήματα. Ίσως για να τα προστατεύσουμε, ίσως για να τα υποστηρίξουμε, ίσως και για να ξεμπερδεύουμε και να έχουμε και το κεφάλι μας ήσυχο γιατί ένας παιδικός τσακωμός είναι πολύ ενοχλητικός.

 Να παρατηρείτε και να παρεμβαίνετε μόνο αν η κατάσταση είναι ακραία.

Αν το παιδί σας αρπάζει τα πράγματα των άλλων και είναι επιθετικό να εκφράσετε τη διαφωνία σας με τη πράξη του χωρίς να το στιγματίσετε. ( Να θυμάστε ότι η πράξη του δεν είναι σωστή ή δεν είναι «καλή», όχι το ίδιο.)

Να μην επιβραβεύετε το μοίρασμα διαρκώς γιατί αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το παιδί  να μοιράζεται τα πράγματά του μπροστά σας για να εισπράξει τον έπαινο και όχι αυθόρμητα.

Να μην αναγκάζετε το παιδί σας να μοιραστεί κάτι γιατί  αυτό το οδηγεί  να εστιάζει πιο πολύ στο παιχνίδι και όχι στην συνύπαρξη και στη συνεργασία με τα άλλα παιδιά (αυτό ισχύει σε ηλικίες άνω των 2,5,  όταν αρχίζουν να αλληλεπιδρούν και να συνυπάρχουν τα παιδιά).

Να στρέφετε την προσοχή του παιδιού σας στο παιδί που δέχεται την προσφορά: «Δες τι χαρούμενος που είναι ο Νίκος που του έδωσες για λίγο το παιχνίδι σου». Έτσι μαθαίνει σιγά σιγά να παρατηρεί και να προσέχει τα συναισθήματα των άλλων και να τα αναγνωρίζει σταδιακά. Το ίδιο και στην αντίθετη περίπτωση : «Λες η Ελένη να στενοχωρήθηκε που της πήρες το παιχνίδι της;»

Να ενθαρρύνετε το παιδί σας  να πει στα άλλα παιδιά πώς νιώθει. Αν είναι θυμωμένο να το παροτρύνετε να το πει ξεκάθαρα. Να του πείτε:  «Εισαι εκνευρισμένος που σου πήραν τα παιχνίδια σου ; Να το πεις στους φίλους σου.»

-Αν είστε μπροστά και προκύψει μια έντονη διαμάχη να το συζητήσετε ήρεμα με το παιδί σας αναγνωρίζοντας τα συναισθήματά του και ρωτώντας το τι θέλει να κάνετε. Έτσι το παιδί θα νιώθει ήρεμο και ασφαλές.

Όταν καλείτε κάποιο άλλο παιδί σπίτι σας να προετοιμαστείτε. Να ζητήσετε να φέρει και το άλλο παιδί τα παιχνίδια του. Έτσι το παιδί σας θα κατανοήσει ότι για να παίξει με τα παιχνίδια του άλλου παιδιού θα πρέπει να του δώσει και τα δικά του. Επίσης, να προετοιμάσετε το παιδί σας γιατί κάποιες φορές μπορεί να νιώσει ότι τα άλλα παιδιά εισβάλλουν στον χώρο του.

Αν το παιδί σας έχει προτίμηση σε κάποια παιχνίδια, μπορείτε να τα κρύψετε ώστε όταν έρθουν άλλα παιδάκια να μη δημιουργηθεί πρόβλημα.

Να αφήσετε το παιδί σας να κοινωνικοποιηθεί όσο γίνεται μόνο του  (όταν βρίσκεται στην ηλικία που παίζει με τα άλλα παιδιά και όχι παράλληλα). Να μαλώσει, να διαφωνήσει. Έτσι θα μάθει πώς να επιλύει τα προβλήματά του. Άλλωστε μέσω της κοινωνικοποίησης θα προσαρμόσει τη συμπεριφορά του. Αν αρπάζει τα παιχνίδια των άλλων συνέχεια θα δει ότι θα αρχίσουν να μην το παίζουν. Αν προσφέρει συνέχεια τα δικά του θα νιώθει δυσαρεστημένο. Σε αυτήν την περίπτωση, καλό θα είναι να παρέμβετε και να του πείτε «Σου πήραν το παιχνίδι σου ε; Δεν είσαι ευχαριστημένος-η με αυτό. Μπορείς να πεις όχι αν θες».

Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να εκφράζουμε εμείς συχνά τα συναισθήματά μας  ώστε το παιδί μας να συνηθίζει και να μπορεί σταδιακά να τα αναγνωρίζει.

Η αλήθεια είναι ότι οι γονείς έχουμε μια εμμονή με την προσφορά και τη γενναιοδωρία. Ξεχνάμε, όμως, πως τα παιδιά προσχολικής ηλικίας δεν είναι από τη φύση τους έτοιμα για αλτρουισμό και αυτοθυσία. Άλλωστε, αν το καλοσκεφτούμε ούτε εμείς οι ίδιοι δίνουμε εύκολα, δυστυχώς, τα πράγματά μας και θα μας φαινόταν παράλογο κάποιος να μας πει «Πρέπει να μοιραστείς το καινούργιο σου βιβλίο, δεν έχει σημασία αν μόλις τώρα άρχισες να το διαβάζεις και σε έχει συνεπάρει, το σωστό είναι να μοιράζεσαι τα πράγματά σου. Δώσε τώρα στη φίλη σου το βιβλίο σου. Μπράβο σου». Το να κατανοήσει ένα παιδί προσχολικής ηλικίας τι έχει ανάγκη ένα συνομήλικο παιδί  και μάλιστα από μόνο του είναι ανέφικτο και λάθος από την πλευρά μας να το περιμένουμε. Το παιδί αυτής της ηλικίας μπορεί πολύ περισσότερο να αντιληφθεί την έννοια της πρακτικής βοήθειας και της συνεργασίας. Γι αυτό καλό θα είναι να το παροτρύνουμε να μας βοηθάει σε πρακτικά ζητήματα. Όσον αφορά στις ανάγκες και στις επιθυμίες των άλλων, τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να τις αντιληφθούν περισσότερο μετά τους 30 μήνες.

Καλό θα ήταν, συνεπώς, να ηρεμήσουμε, να προσφέρουμε στα παιδιά μας ένα γενναιόδωρο περιβάλλον που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους και να μην τα πιέζουμε να υιοθετήσουν συμπεριφορές που δεν είναι ακόμα σε θέση να κατανοήσουν. Η γενναιοδωρία, η προσφορά και η ευγένεια καλλιεργούνται από εμάς, από το παράδειγμά μας και όχι από κενές εντολές και συμβουλές που δίνουμε στα παιδιά. Αν είμαστε γενναιόδωροι και ευγενείς, αν μοιραζόμαστε και προσφέρουμε, τα παιδιά μας, όταν έρθει η στιγμή θα προσφέρουν απλόχερα και αυτά και αν χρειαστεί, επίσης, θα διεκδικήσουν με αυτοπεποίθηση αν νιώθουν ότι αδικούνται.

πηγή: Εν Δυνάμει